Είχα πολλά χρόνια να τη φέρω στο μυαλό μου. Όταν το έκανα, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Δεν την είχα δει ποτέ. Δεν είχε μορφή για μένα. Η εικόνα που είχα σχηματίσει πήγαζε μόνο από τη χροιά της φωνής της και τις λιγοστές περιγραφές. Δεν της άρεσε να μιλάει πολύ για τον εαυτό της. Προτιμούσε να ακούει από το να βαραίνει τους άλλους. Με παραξένεψε αυτό όταν το άκουσα. Το φορτίο που κουβαλούν οι άνθρωποι στην πλάτη τους, ζητάνε να το ξαποστάσουν σε έναν ώμο διπλανό. Μόνο που όταν το ακουμπούν εκεί, συνήθως ξεχνιούνται και φεύγουν χωρίς αυτό. Εκείνη δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Επέλεξε να το σέρνει μόνη της.

Ήμουν 19 όταν πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στην Αθήνα. Ήταν μια μεταβατική περίοδος για μένα, για πολλούς λόγους. Μπατίρης τότε, ήθελα να βρω μια δουλειά που θα καλύψει μερικές από τις νεανικές μου επιθυμίες. Τσιγάρα, ποτά, εκδρομές με τους φίλους, ανέμελα βραδινά μπάνια στη θάλασσα και κάθε τέτοιου είδους επιθυμία που μπορεί να έχει ένας ελαφρόμυαλος δεκαεννιάχρονος. Μια από τις πρώτες αγγελίες που βρήκα ήταν αυτή μιας εταιρείας τηλεφωνικών ερευνών. Τα γραφεία τους ήταν στο κέντρο της πόλης, πράγμα που με χαροποιούσε, γιατί μου άρεσε πολύ να χάνομαι στα στενά της εκείνη την εποχή. Εντέλει, με πήραν στη δουλειά και ξεκίνησα άμεσα. Δεν θα έλεγα πως ήταν το ιδανικό μου επάγγελμα, αλλά κατά βάθος μου άρεσε. Έβρισκα υπέροχο να συνομιλώ με δεκάδες άτομα κάθε μέρα και να ακούω τις ιστορίες τους. Μερικές ήταν αδιάφορες, άλλες με ενέπνεαν και από άλλες έγλειφα το απόσταγμα της εμπειρίας των πρωταγωνιστών τους. Αν είσαι λίγο ανοιχτόμυαλος μπορείς να μάθεις πολλά από τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου, από τους περαστικούς, από αυτούς που ήρθαν για λίγο στο δρόμο σου και από άλλους που σε χαιρέτησαν από μακριά.

Ήταν γέννημα-θρέμμα Αθηναία. Είχε μεγαλώσει τριγύρω από την πλατεία Κολιάτσου και ζούσε μέχρι και σήμερα εκεί. Από την πρώτη φορά που την άκουσα, κατάλαβα το παράπονο κρυμμένο στη φωνή της, πριν καν μου πει ποιο είναι. Ήθελε να περάσει μια ολόκληρη μέρα στον ήλιο. Όμως ο δικός της ήλιος ήταν διαφορετικός από τον δικό μου. Ο ένας ανέτειλε, ο άλλος έδυε. Όταν γεννιόμαστε, γεννιέται και ένα φως μέσα μας. Όσο δυναμώνει αυτό το φως, μεγαλώνουμε και εμείς. Το δικό της ήταν κρυμμένο εκεί στο στήθος της. Η ελευθερία που καρτερούσε, τη βύζαινε κάθε μέρα. Έπαιρνε το φως από μέσα της και την άφηνε μαραμένη να περιμένει καρτερικά τη φωτιά που θα την αγκάλιαζε και θα της έδινε τη λύτρωση που ζητούσε. Όταν δεν μπορείς να σκοτώσεις το θάνατο, γίνεσαι φίλος του. Αρχίζεις να του διηγείσαι ιστορίες της ζωής σου, καπνίζοντας μαζί του κάθε μνήμη και απωθημένο, μέχρι να σε πάρει απ΄ το χέρι και να σε οδηγήσει στο κέντρο της σκηνής. Εκεί θα θυμηθείς πως είναι να τραγουδάς για σένα. Και όταν τελειώσει το τραγούδι σου, θα σβήσει ο προβολέας και μαζί του και εσύ.

-Δε μας δίνει κανείς σημασία. Μας έχουν να περιμένουμε, λες και έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας.
-Καταλαβαίνω και λυπάμαι πολύ για αυτό.
-Αν δεν έχεις μέσα σου ότι και εγώ αγόρι μου, δεν καταλαβαίνεις.
-Πρέπει να κλείσω, αλλά θα σας ξαναπάρω.

Έγραψα το τηλέφωνό της σε ένα χαρτί και το φύλαξα στην τσέπη μου. Η επιστροφή για το σπίτι κράτησε περισσότερο αυτή τη φορά. Πήρα κάθε πιθανό δρόμο που θα με έκανε να καθυστερήσω να φτάσω. Όταν περπατάω σκέφτομαι καλύτερα. Μπορεί να έχω χίλια δυο ερεθίσματα, αλλά καταφέρνω και τα κλείνω έξω από εμένα. Στο σπίτι δεν είναι έτσι. Εκεί ζητάω τρόπο να ξεφύγω. Όταν έφτασα, την απόφασή μου την είχα πάρει.

Ήταν ενάντια στους κανόνες της εταιρείας, όμως εγώ ήθελα να της ξαναμιλήσω. Ένιωθα πως με χρειαζόταν. Μάλλον όχι. Δεν χρειαζόταν εμένα. Ήξερα πως χρειαζόταν έναν άνθρωπο που θα την ακούσει και θα την κάνει να θυμηθεί αυτά που η αρρώστια της, την είχε κάνει να ξεχάσει. Η αλήθεια είναι πως περίμενα την αντίδρασή της διαφορετική. Νόμιζα πως θα με βρίσει και την επόμενη μέρα θα βρισκόμουν χωρίς δουλειά.

-Σε πίστεψα όταν είπες πως θα με ξαναπάρεις. Το άκουσα στη φωνή σου.
(Σιωπή)

Τη ρώτησα κάποια πράγματα για τον εαυτό της. Μου απαντούσε διστακτικά και κατάλαβα πως δεν θέλει να μιλάει για εκείνη και τόσο. Ήθελε όμως να μάθει όσο περισσότερα προλάβαινε για μένα. Της είπα για το που γεννήθηκα, πως μεγάλωσα, για τσακωμούς και έρωτες, για τα μελλοντικά μου σχέδια, για τα όνειρά μου. Τα όνειρα. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά όταν ξέρεις πως είναι ζήτημα χρόνου να περάσεις στην άλλη πλευρά, τα όνειρα κάποιου και η λαχτάρα του να τα πραγματοποιήσει, μπορούν να σου δώσουν την ανάσα που χρειάζεσαι για να ηρεμίσεις. Ξέρεις πως εσύ δεν μπορείς να τα ζήσεις, αλλά φεύγεις με την ελπίδα και την αγαλλίαση πως κάποιος άλλος θα συνεχίσει. Θα πάρει τη σκυτάλη από τα χέρια σου και θα φτάσει σε ένα τέρμα, πολύ διαφορετικό και μακρινό απ’ το δικό σου.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που την άκουγα να με ευχαριστεί με τρεμάμενη φωνή. Τότε αναρωτιόμουν, γιατί. Γιατί με ευχαριστεί; Δεν έκανα και κάτι. Δεν ρούφηξα από μέσα της την αρρώστια της, δεν της έδωσα ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά, δεν της ανέβασα τα ψώνια στο σπίτι, δεν της κράτησα τα χέρια, δεν τη χάιδεψα στο μέτωπο. Μου πήρε χρόνια για να κατανοήσω το λόγο και ας ήταν απλός. Όταν περνάς τις μέρες σου τυλιγμένος από ένα ωχρό γαλάζιο χρώμα, το μόνο που περιμένεις είναι να κλείσεις τα μάτια για να μην το βλέπεις άλλο. Το σιχαίνεσαι. Μαζί με αυτό σιχαίνεσαι και εσένα που βρέθηκες εδώ χωρίς να είναι επιλογή σου. Ο χρόνος περιμένει βιαστικός, γαβγίζοντας έξω από την πόρτα. Δε θέλεις να ξεκινήσεις κάτι γιατί ξέρεις πως μπορεί και να μην το τελειώσεις. Αρχίζεις να νιώθεις αόρατος. Απαρατήρητος. Σαν μια σκιά που γίνεται ένα με άλλες και χάνεται μέσα στη νύχτα. Δυο χείλη και ένα ζευγάρι αυτιά μπορούν να σε βάλουν πάλι στη μέση του δρόμου. Να σου δώσουν όψη και υπόσταση. Αυτό δε ζητάμε, κρυφά ή φανερά, όλοι μας; Να μας αναγνωρίζουν για αυτό που είμαστε;

Τις φορές που δάκρυζα μιλώντας μαζί της, την άκουγα να στεναχωριέται. Με κάποιο τρόπο το καταλάβαινε. Μου έλεγε να μην κλαίω και ας ήξερε πως δεν κλαίω για εκείνη. Έκλαιγα για την αδικία. Ήταν άδικο ένας άνθρωπος να βρίσκεται σε μια τέτοια θέση και ένας άλλος να είναι απλά ανήμπορος ακροατής. Ήθελα τόσο να τη βοηθήσω ουσιαστικά. Δεν γινόταν όμως. Δεν μπορούσα να βγάλω αυτό που την σιγοέτρωγε από μέσα της. Το ήθελα πολύ μα δε γινόταν. Όταν μου έλεγε πως και μόνο που της έδωσα σημασία, την ευχαριστούσε και την έκανε να νιώθει καλύτερα, ήθελα να κλάψω περισσότερο. Όχι γιατί δεν με ευχαριστούσε και εμένα αυτό, αλλά γιατί δεν μπορούσα να της δώσω κάτι παραπάνω.

Δε νομίζω πως υπάρχουν ανιδιοτελείς καλοί άνθρωποι. Πάντα κρύβεται μια ηθική ικανοποίηση πίσω από οποιαδήποτε πράξη. Μια ευκαιρία όμως να προσφέρεις κάτι, ακόμα και αν αυτό είναι η παρουσία σου, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι η τελευταία ανάσα που χρειαζόταν. Το όφελος του παραλήπτη είναι δυνατότερο από τη δική σου ευχαρίστηση.

Η κυρία Λίτσα έφυγε ένα καλοκαίρι, στα 47 της χρόνια, εξουθενωμένη απ΄ τον καρκίνο. Το σώμα της ήταν μολυσμένο, αλλά η ψυχή της κρυστάλλινη.

0
(Visited 8 times, 1 visits today)

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *